Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Οι αγώνες των αγροτών και οι ευθύνες όλων μας

Τελευταία Ενημέρωση: 29/01/2016 18:28Τα τελευταία χρόνια είναι σύνηθες φαινόμενο οι κινητοποιήσεις των αγροτών. Συνήθως οι κινητοποιήσεις παρουσιάζονταν από τα αθηναϊκά κυρίως ΜΜΕ, μέσω των προβλημάτων – εμποδίων που δημιουργούσαν αυτές (μπλόκα) στις μετακινήσεις εμπορευμάτων, επιβατών κ.λπ. Βέβαια, η αιχμή των απαιτήσεων στις κινητοποιήσεις ήταν κυρίως εισοδηματικές ενισχύσεις και σπάνια ή δευτερευόντως, εντάσσονταν σε αυτά – τα αιτήματα - προτάσεις ή απαιτήσεις δομικές και στρατηγικής σημασίας. Έτσι τα αιτήματα και τα πραγματικά αίτια των κινητοποιήσεων των αγροτών γίνονταν πιο ευάλωτα.
Οι τωρινές κινητοποιήσεις των αγροτών έχουν κάτι το ξεχωριστό. Το βασικό αίτημά τους είναι ένα θέμα που απασχολεί το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας – το Ασφαλιστικό και η φορολογία. Πίσω από τα αιτήματα των κινητοποιήσεων, όμως, κρύβονται βασικά προβλήματα, αλλά και μια γενικότερη απαξίωση (εισαγωγή παραδοσιακών προϊόντων, αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο) ενός χαρακτηριστικού κλάδου της εθνικής μας οικονομίας, ο οποίος κινδυνεύει με αφανισμό (κατά τους ισχυρισμούς των ίδιων των αγροτών). Η κατάσταση που βιώνει σήμερα ο αγροτικός κόσμος δεν προέκυψε ξαφνικά. Για διευκόλυνση της σκέψης μας να διακρίνουμε δύο πλαίσια. Το πρώτο πλαίσιο, τα δομικά/διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του αγροτικού τομέα και το δεύτερο, τους παράγοντες/δυνάμεις της αγοράς.
Στο πρώτο πλαίσιο και πάνω από 30 έτη δεν έχει αλλάξει κάτι ουσιαστικά. Ο αγροτικός τομέας της χώρας συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από το μικρό και πολυτεμαχισμένο κλήρο, από τους ηλικιωμένους αγρότες και από τη μη θεσμοθέτηση του επαγγέλματος του αγρότη. Επίσης, δεν έχει γίνει ουσιαστική προσαρμογή της παραγωγής (ποικιλίες κ.λπ.) στις ανάγκες των καταναλωτών.  Αποτέλεσμα αυτής της στασιμότητας για όλο αυτό το διάστημα ήταν να μη δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για ανάπτυξη του κλάδου, οι οποίες να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις μιας ενιαίας και παγκοσμιοποιημένης αγοράς.
Στο δεύτερο πλαίσιο (παράγοντες/δυνάμεις της αγοράς) ίσως να ισχύει το πιο ανεξέλεγκτο καθεστώς από όλους τους κλάδους της οικονομίας. Δηλαδή, έχουμε ταυτόχρονη αύξηση του κόστους παραγωγής και συμπίεση των τιμών παραγωγού. Παράλληλα, έχουν καταγραφεί – σε μεγάλο βαθμό και σε αρκετά προϊόντα – ελληνοποιήσεις. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι η συμπίεση του αγροτικού εισοδήματος και η απαξίωση του αγροτικού επαγγέλματος. Τα παραπάνω ενισχύονται με την απουσία δημοπρατηρίων αγροτικών προϊόντων και την ανεξέλεγκτη εμπορία και διακίνηση αγροτικών εφοδίων.
Σε αυτά τα δύο παραπάνω πλαίσια, ελάχιστοι ασχολούνται, αλλά και ελάχιστοι διαφωνούν. Ποιος, όμως, έχει την ευθύνη για τα παραπάνω; Σε καμία περίπτωση οι ίδιοι οι αγρότες. Η αποστολή των αγροτών δεν είναι να χαράζουν την αγροτική πολιτική. Τα παραπάνω εντάσσονται σε ένα Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο για την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα. Αντίστοιχο σχέδιο, δυστυχώς, δεν υπάρχει. Τα τελευταία χρόνια ο προγραμματισμός ήταν βραχυπρόθεσμος, με έντονα ψηφοθηρικά χαρακτηριστικά και παροχές, χωρίς τη δημιουργία προϋποθέσεων για λειτουργία σε ένα έντονο ανταγωνιστικό περιβάλλον.
Άραγε, ήταν παραλείψεις ή αδυναμία της κεντρικής εξουσίας και των κυβερνήσεων ή αυτή ήταν ουσιαστικά η πολιτική που είχε επιλεγεί να εφαρμοστεί για τον αγροτικό τομέα στη χώρα μας. Εκ του αποτελέσματος καταλήγουμε ότι οι  πολιτικές που εφαρμόστηκαν μέσω της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), με ταυτόχρονη απουσία Εθνικής Αγροτικής Πολιτικής, είναι η αρχή και οι αιτίες των σημερινών προβλημάτων. Οι πολιτικές, βέβαια, αυτές είχαν περιτύλιγμα, ωραία λόγια και χρήματα. Είχαν ψέματα και ψευδαισθήσεις, είχαν ενόχους και συνενόχους. Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν, οδήγησαν στην έξοδο χιλιάδων αγροτών από την παραγωγή – και χωρίς ταυτόχρονα να αναδειχθεί/βελτιωθεί η θέση αυτών που έμειναν. Οι πολιτικές αυτές ευθύνονται για το αρνητικό αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο της χώρας μας, για την εγκατάλειψη παραδοσιακών στρατηγικών προϊόντων, για την αθρόα εισαγωγή αγροτικών προϊόντων. Ταυτόχρονα, η απουσία εθνικής πολιτικής και στρατηγικής είναι αυτή που έχει διαμορφώσει την έντονη εκμηχάνηση της παραγωγής, χωρίς τη βέλτιστη αξιοποίηση αυτού του εξοπλισμού (άρα άσκοπες επενδύσεις και επιβάρυνση του κόστους παραγωγής).
Βέβαια, οι ηθελημένες παραπάνω πολιτικές ή η απουσία εθνικής στρατηγικής πολιτικής, επισκιάζεται με τις επιδοτήσεις. Επίσης, μέσω των επιδοτήσεων κατηγορούνται οι αγρότες, ότι τις σπατάλησαν, ότι έγιναν τεμπέληδες κ.λπ. Αυτό είναι ένα ψέμα και ένας αποπροσανατολισμός. Οι επιδοτήσεις σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση δίνονται για ενίσχυση του εισοδήματος. Άρα το εισόδημά του, ο κάθε ένας το διαθέτει όπως αυτός κρίνει/επιλέγει. Ο σκοπός των επιδοτήσεων είναι να δώσει κίνητρα στον παραγωγό να συνεχίσει να παράγει και δημιουργεί τις προϋποθέσεις στον καταναλωτή να αγοράζει φθηνά προϊόντα.
Σε αυτό το τοπίο πρέπει να προσθέσουμε την απουσία συνεταιριστικού κινήματος, αλλά κυρίως την απαξίωσή του. Τέλος, η απουσία εθνικής αγροτικής πίστης, μέσω της μετατροπής της ΑΤΕ σε εμπορική τράπεζα και στο τέλος την πώλησή της, θα λειτουργήσει σαν καθοριστικός αρνητικός παράγοντας για το μέλλον των μικρομεσαίων παραγωγών.   
Βέβαια, σε αυτό το τοπίο ευθύνες - εκτός από την Πολιτεία - έχουμε όλοι μας. Έχουμε οι επιστήμονες, οι οποίοι ή δεν ανέδειξαν ως όφειλαν τα παραπάνω ή συνέβαλαν στη διαμόρφωση των παραπάνω πολιτικών. Αλλά τις μεγαλύτερες ευθύνες τις έχουν οι ίδιοι οι αγρότες. Οι ευθύνες τους έγκεινται στο γεγονός ότι αυτοί που εμπιστεύονταν στην κεντρική πολιτική σκηνή, προκύπτει ότι τους έλεγαν ψέματα. Ευθύνες όμως έχουν και για αυτούς που επέλεγαν να τους εκπροσωπούν – μέσω των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων - οι οποίοι προφανώς δε φάνηκαν αντάξιοι της εμπιστοσύνης τους.      
Έστω και σε αυτή την κρίσιμη στιγμή και για τη χώρα, αλλά και για το μέλλον του αγροτικού τομέα, ας βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του, ας αναλογιστεί τις ευθύνες του και ας αποφασίσει…

Του δρος ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
Αναπληρωτή καθηγητή Γεωργικής Οικονομίας
ΤΕΙ Πελοποννήσου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου